Πολύδροσο Θεσπρωτίας

Το Πολύδροσο είναι ένα μικρό χωριό του δήμου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας που βρίσκεται στα όρια των Νομών Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων.

Χτισμένο στις πλαγιές του ποταμού Καλαμά μέσα σε ένα καταπράσινο περιβάλλον δικαιολογεί απόλυτα το σημερινό όνομά του μιας και οι άφθονες πηγές του αλλά και τα δέντρα που το περιβάλλουν, του χαρίζουν τη δροσιά κάθε εποχή του χρόνου.

Η απόσταση από την Ηγουμενίτσα είναι 42 χλμ και από τα Ιωάννινα 50 χλμ. Από την Αθήνα η διαδρομή μέσω Ιωαννίνων είναι 500 χλμ. και από τη Θεσσαλονίκη 330.

Μια μέρα - Μια εικόνα

2
View Image Download
2019 με πολλά χ...
View Image Download
Εθνική Εορτή
View Image Download
25 Μαρτίου 1969
View Image Download
πικραλίδα
View Image Download

ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ...

  • ΠΠΔ
  • Το Άβαταρ του/της ΠΠΔ Συντάκτης θέματος
  • Επισκέπτης
  • Επισκέπτης
8 Χρόνια 11 Μήνες πριν - 8 Χρόνια 11 Μήνες πριν #3052 από ΠΠΔ
ΤΕΛΗΣ
Έφυγε μαζί με το 2012. Την τελευταία μέρα του χρόνου , στις 31 Δεκέμβρη, εγκατέλειψε και τα γήινα , ο μόνος για 25 χρόνια ένοικος και πολύ πιθανό ο τελευταίος της οικίας των Αναγνωστοπουλαίων, αφού 15 μήνες πριν την είχε ήδη εγκαταλείψει οριστικά, όταν η υγεία του κλονίσθηκε ανεπανόρθωτα. Ο Τέλης , ο ένας και ανεπανάληπτος , ο γνωστός σε όλους μας χωριανός, που έζησε μόνιμα στο χωριό 35 χρόνια, εκεί “στην Τρύπα του Μπούφου” όπως ο ίδιος χαρακτήριζε την τοποθεσία του σπιτιού του, όχι μόνο μεταφορικά, για να τονίσει το απομονωμένο της θέσης , αλλά και κυριολεκτικά , αφού εκεί υπάρχει όντως “ τρύπα” , μπορεί μάλιστα να είναι προθάλαμος ανεξερεύνητης μεγαλύτερης σπηλιάς, σχηματισμένης στο ιδιαίτερα βραχώδες τοπίο. Αυτή λοιπόν η υπαρκτή “Τρύπα του Μπούφου” λέγεται πως διέσωσε την γιαγιά του στα χρόνια της Κατοχής, όταν έγινε κάποια επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Όλοι τρέξανε από δω και από κει για να κρυφτούν σε δάση και λακιές, όσο πιο μακρυά μπορούσαν, αυτή η καημένη όντας ανήμπορη και ολίγον εύσωμη , ίσα που πρόλαβε και μπήκε σε αυτή τη σπηλιά. Γλίτωσε ασφαλής βέβαια, αλλά μετά κόπων και βασάνων πολλών βγήκε σώα και αβλαβής , καθ' όσον λίγο η στενότητα, λίγο το εύσωμο προκάλεσαν τέτοιο σφήνωμα, που ήταν αδύνατον να βγει χωρίς τη βοήθεια άλλων. Με τα χρόνια , όταν πια δεν υπήρχαν παιδιά στην περιοχή , καθώς η μετανάστευση ρήμαζε σιγά – σιγά το χωριό, ποιος άλλος θα επισκέπτονταν την “ τρύπα του Μπούφου” , παρά μόνο τα αγρίμια και μάλιστα οι αλεπούδες που αρέσκονται να κρύβονται σε τέτοιου είδους γράβες, για να γλιτώσουν όχι μόνο από τα κυνηγόσκυλα , αλλά προ πάντων από το λεπίδι των κυνηγών του χωριού που μανιωδώς τις αναζητούσαν για τη γούνα τους, που έπιανε ακόμα και χίλιες δραχμές της δεκαετίας του '70. Ένας από αυτούς ήταν ο Σταύρο – Σταμάτης που ονομάσθηκε “Αλουποφάγος” από το Δασαρχείο της Παραμυθιάς, όταν τους παρουσίασε τα πόδια από 28 αλεπούδες σε μια χρονιά, για να εισπράξει την επικήρυξη. Εκεί λοιπόν στην “ Τρύπα του Μπούφου” έβρισκε το μπελά του μπαρμπα – Σταύρος, γιατί χούπ μέσα οι αλεπές, από πίσω και ο Φρίξος, το ονομαστό αλεπόσκυλο του , το οποίο απέκτησε με ανταλλαγή , έδωσε το γουρουνόσκυλο και πήρε αυτόν, τι να τόκανε το αγριογούρουνο, μόνο για φαΐ ήταν , ενώ οι αλεπούδες είχαν αξία! Σφήνωνε λοιπόν και o Φρίξος στην “ τρύπα του Μπούφου” και άντε να τον βγάλει τραβώντας από τα πίσω πόδια, όχι ότι δεν τον σήκωνε αλλά ήταν τόσο μανιασμένο για τις αλεπούδες το παλιόσκυλο που γαντζώνονταν με τα μπροστινά πόδια μέσα στην τρύπα. Αυτό ανάγκασε τον μπάρμπα – Σταύρο να τη βουλώσει με πέτρες και βράχια. Είχα λοιπόν την ιδέα και εγώ , αδικαιολόγητος που δεν έψαξα πιο πριν, ότι δεν υπάρχει πια η “Τρύπα του Μπούφου”, όταν έμαθα από το Βασίλη – Μάκο, που έχει μελετήσει με λεπτομέρεια το τοπωνύμια του χωριού και ξέρει πολλά αν και ζει στην Αθήνα, ότι εκεί στην άκρη από τα πεζούλια όπου είναι τα μαντριά του Βασίλη – Τάτση , εκεί σώζεται ακόμα η εν λόγω σπηλιά. Βέβαια ο Βασίλης, θα ξέρετε ότι έχει και λίγο αίμα Τατσιάτικο , γιατί η προγιαγιά του , ήταν κόρη του Βασίλη – Τάτση,(η Αναγνωστόπουλου ) ένας λόγος παραπάνω για να ξέρει. Πήγα και την είδα με τα μάτια μου , υπάρχει ακόμα σήμερα, μάλιστα δεν είναι καθόλου βουλωμένη, μπαίνει κανείς άνετα μέσα, και μπορεί ο κάθε ένας πολύ εύκολα να επισκεφθεί την ονομαστή πλέον “ Τρύπα του Μπούφου ”.
Μάκρυνα την κουβέντα , για τον Τέλη ξεκίνησα και που έφτασα, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να το κάνω , όχι βέβαια για εκδίκηση ,Θεός φυλάξει, αντίθετα, προς τιμή και μνήμη του εκλιπόντα, γιατί αν κάτι του άρεσε , δεν ήταν τίποτα άλλο από την κουβέντα. Να μιλάει ναι, να μιλάει ασταμάτητα και ακούραστα περί παντός επιστητού, να αρχίζει από κάτι , να το γυρίζει έτσι να το γυρίζει αλλιώς, να τα κλώθει, να φέρνει γεγονότα εν τη ρύμη του λόγου σημαντικά και ασήμαντα , μα πάντα αλυσιδωτά και αλληλοεξαρτώμενα και να απαιτεί και την προσοχή του συνομιλητή, που στο τέλος καταντούσε μάλλον ακροατής σχεδόν μόνον, αφού οι μόνες λέξεις που είχε την ευκαιρία να εκστομίσει ήταν κάποιες μονολεκτικές απαντήσεις στο ερώτημα “ - συμφωνείς; ” Προφανώς αυτή η απάντηση έπρεπε να ξέρεις ότι ήταν “ - Ναι ” , σε αντίθετη περίπτωση η τεκμηρίωση της συμφωνίας δεν θα έλεγα ότι θα γίνονταν επώδυνη , αλλά μάλλον τόσο χρονοβόρα και περίπλοκης διαδρομής που στο τέλος δεν θα θυμώσουν σε τι συμφώνησες!
Παροιμιώδης η στάση ενός άρτι αφιχθέντος εξ Αθηνών χωριανού, έσπευσε ο Τέλης να τον καλωσορίσει, ήταν και κουμπάροι, είχαν βεβαίως πάντα καλές σχέσεις, τακτοποιούσε και συγύριζε το επί μακρόν κλειστό σπίτι η σύζυγος, δεν έδωσε και πολύ σημασία στο τι κάνει ο άντρας της , άστον να μιλάει, καφέ πίνουν, είπε με το νου της , όταν αίφνης άρχισε να ανησυχεί ακούγοντας έναν μονόλογο μόνον, και αυτός δεν ήταν του αντρός της φυσικά , που να τόξερε βέβαια,.... προσβολή στον επισκέπτη τον είχε πάρει ο ύπνος το νοικοκύρη πάνω στην κουβέντα ! Θες η πολύωρη οδήγηση, θες το φρεσκοαναμμένο τζάκι, μαζί και η κουβέντα που ταίριαξε στην περίπτωση σαν νανούρισμα,... μόνο που δε ροχάλιζε! Έδωσε και πήρε μετά για να δικαιολογηθεί στο αυστηρό κατσάδιασμά της, “ έννοια σου της λέει θα τον μάθεις τον Τέλη ”. Αλήθεια, όχι μόνο τον έμαθε και τον συμπάθησε και πάμπολλες φορές τον βοήθησε ποικιλοτρόπως όλα τα μετέπειτα χρόνια , προ πάντων τον τελευταίο καιρό, που είχαν πέσει οι δυνάμεις του.
Έτσι λοιπόν αν ήταν κανείς εραστής της συζήτησης , ιδιαίτερα αν ήταν το περιεχόμενο περί των πολιτικών πραγμάτων και μάλιστα αν ταίριαζε στο ονομαζόμενο από πολλούς “προοδευτικό” , μπορούσε να ακούει τον Τέλη να αγορεύει ακούραστα ολόκληρη νύχτα! Πράγμα που συνέβη όταν , πάει δεκαετία και πλέον, ο Μήτσος ο Παπαδημητρίου επισκέφθηκε τελευταία φορά το χωριό. Θα θυμάστε πολλοί , τότε που χάθηκε εν καιρώ καύσωνα , μέσα στους γκρεμούς του Πετούση. Νόμιζε ότι θυμόταν καλά τα κατατόπια , όπως ήταν τον καιρό της νιότης του. Όμως μπορεί το έδαφος να παραμένει το ίδιο, αλλά η βλάστηση έχει κάνει το τοπίο αγνώριστο. Ήμαστε τότε πολλοί χωριανοί , εκδρομή όλοι μαζί στο ποτάμι , όπως συνηθίζουμε τα καλοκαίρια, στου Μπαλάσκα , κάτω από τα βαθυΐσκιωτα πλατάνια και τα άφθονα κρουστάλινα νερά που ρέουν στις παρυφές του Μαλουνιώτικου όρους. Ανήσυχο πνεύμα ο Μήτσος θέλησε να φύγει μόνος του να πάει στο Φράξο, όπου στα παιδικά του χρόνια πήγαινα συχνά, είτε σαν μικρό τσοπανόπουλο, είτε για κολύμπι με τα άλλα παιδιά, - θυμάσαι να πας; τον ρωτήσαμε. - Ναι , λέει , όπως πάει το αυλάκι. “Δεν υπάρχει αυλάκι τώρα” , του λέμε , “αλλά μόλις βρεις το νερό στο ρέμα του Αβρυστικού στρίψε δεξιά και σε λίγο θα βρεις τον Μύλο. Μετά τον Μύλο τράβα αριστερά.” - “Καλά – καλά , θυμάμαι εγώ ”είπε και έφυγε . Ποιος να φανταστεί ότι θα μπέρδευε το ρέμα του Αβρυστικού με αυτό του Πετούση που είναι πιο πριν περίπου 100 μέτρα; Στρίβω δεξιά ,μου είπαν και θα θα βρω το Μύλο, σκέφθηκε. Έκανε δεξιά και ανέβα – ανέβα το ρέμα , που να βρει μύλο, έφτασε στη σπηλιά στις Δέσες, πως να την παρακάμψει , άρχισε να ανεβαίνει προς το Κουρί. Παράλληλα ένιωσε να χάνεται, που βρίσκομαι αναρωτιόταν, γκρεμοί μεγάλοι, δέντρα θεόρατα, πουρναριές πυκνές, ζέστη και δίψα , γλιστρίματα και πτώσεις , κόπωση μεγάλη, δεν ήταν δα και παιδάκι να αντέχει , θα ήταν κοντά στα 75.
Όταν ανέβηκε αρκετά ψιλά ίσως στα 200 – 300 μέτρα καρφί ανηφόρα , αντίκρισε απέναντι τη Ζαορά και την Παναγία. Μία κάτω και αρχίζει να σκαρφαλώνει στο Προσήλιο της Ζαοράς. Οι άλλοι χωριανοί, σαν έπεσαν τα ίσκια φύγαμε για το χωριό, όταν συναντούμε κάποιους συγγενείς του να τον αναζητούν, που να φανταστούμε ότι δεν έφτασε στο χωριό μετά από 5 ώρες. Όταν ανέβηκε προς την Προσήλιο της Ζαοράς θα ήθελε ακόμη 100 μέτρα να βγεί στην κορυφή , απόκαμε , και άρχιζε να φωνάζει, φώναζε βέβαια και πιο πριν, που να ακουστεί όμως μέσα στο βαθύλακκο του Πετούση; Εκεί δεν πλησιάζει ανθρώπου πόδι, ούτε καν ο ήλιος δεν στέλνει τις ακτίνες, απορώ πως κατάφερε και πέρασε! Τέλος ακούστηκε και η ομάδα διάσωσης που σχηματίστηκε στο άψε – σβήσε , τον βρήκε ευτυχώς καλά. Άρπαξε το νερό ο άνθρωπος και δεν χόρταινε, παρ' ολίγο να πάθει αφυδάτωση. Το βγάλαμε στο ίσιο σιγά – σιγά , μετά στο αμάξι και στο χωριό. “ Αν νύχτωνε θα έβαζα φωτιά στα πουρνάρια να με βλέπατε ”, μας είπε, και μείναμε αποσβολωμένοι, φωτιά στην πουρναριά τον Αύγουστο , να καίγονταν και αυτός και ο τόπος όλος! Δεν τον ξεχνώ , με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε Χριστούγεννα μετέπειτα και θυμόμασταν την περιπέτεια. Τότε λοιπόν ξενύχτησαν με τον Τέλη ένα ολόκληρο βράδυ στη βεράντα , εξοργίζοντας τον αδελφό του, τον Θωμά τον Δάσκαλο, πως να τον πάρει ο ύπνος τον άνθρωπο, μέσα στην ησυχία της νύχτας να ακούει την ατέλειωτη συνομιλία. Είχε τραβήξει “ τα 99 ” με κείνο το ρολόι του Αϊ- Λιά, πάνω από το σπίτι του , όσο που χάλασε και χόρτασε ησυχία ο άνθρωπος! Ξαγρύπνησε λοιπόν εκείνο βράδυ, βγήκε έξω από το ρυθμό του, αυτός μάλιστα που όλα τα έκανε με πρόγραμμα, ακρίβεια και υπολογισμό, μα όλα , της ημέρας και της εβδομάδας , του μήνα και του χρόνου και έζησε ως τα βαθιά γεράματα υγιής ''εν σώματι και πνεύματι”. Πως αποτέλειωσε η κουβέντα των δυο συνομιλητών άγνωστο, πάντως πρέπει να υπήρχε έντονη διαφωνία, αφού το επόμενο βράδυ κατέληξε σε μονομαχία στο αγώνισμα του .....καρπού, ενώπιον θεατών και διαιτητή, στο καφενείο. Νικητής ο Μήτσος παρότι αρκετά μεγαλύτερος από τον Τέλη.
Μα για να μπορεί να συζητάει κανείς με οποιονδήποτε και για οποιοδήποτε θέμα, εκτός από ικανότητα φυσική, απαιτεί και κατάρτιση, ΄μόρφωση , εμπειρία και γνώσεις πολλές. Κάτι που δεν έλειπε από τον Τέλη , που στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του διάβαζε πολύ, μα συνάμα είχε και τρομερή μνήμη. Να σου διηγείται κομμάτια από ιστορικά ή λογοτεχνικά βιβλία γνωστών και μεγάλων συγγραφέων, από άρθρα εφημερίδων, ή περιοδικών, αλλά και να σου εξιστορεί περιστατικά από τη ζωή του στα καράβια ή στα Ναυπηγεία, με τόση λεπτομέρεια λες και τα ζούσε μπροστά του, θυμάμαι να επαναφέρει στη μνήμη μου κάποιες ορολογίες της ναυτικής ζωής, ακόμα και πως λεγόταν κάτι ασήμαντες βιδούλες δεν ξεχνούσε, τρομερός! Είχε δουλέψει στα καράβια σαν μηχανικός, με ειδίκευση μάλιστα στις ατμοτουρμπίνες , σε μεγάλα πετρελαιοφόρα, μετά στα ναυπηγεία στις επισκευές παρόμοιων καραβιών, είχε κατάρτιση από μια σχετική τεχνική σχολή. Εργάστηκε μάλιστα και σε εργοστάσιο κατασκευής τσιμεντόλιθων στην Αθήνα, όπου έζησε σχεδόν τη μισή ζωή του και έκανε παρέα με τους χωριανούς , κοινωνικός πολύ , και αγαπητός στις παρέες , είτε στην ταβέρνα πίνοντας και κερνώντας , η στο καφενείο παίζοντας την περίφημη “ Ξερή ” , που ήταν μια απόλαυση να τον παρακολουθεί κανείς. “ -χωπ! -χωπ! -χωπ! Αναφωνούσε όλο χαρά σαν έπαιρνε καμιά “ξερή”, ενώ όταν ένοιωθε ξεκρέμαστος από το σύντροφό του “ .... -Τέντα ο Τάτσης!” θρηνούσε! Εγκαταστάθηκε στο χωριό μόνιμα τα τελευταία 35 χρόνια. Χωρίς να ασχοληθεί με κάτι βιοποριστικό ή κάτι που να του άρεσε σαν ενασχόληση. Ούτε έναν κήπο , ούτε ένα δέντρο , ούτε ζώο ή πτηνό βέβαια. Αλλά τις γάτες τις πρόσεχε πολύ , όσο μπορούσε , για να διώχνουν τα φίδια για τα οποία διηγόταν πολλές ιστορίες. “Φίδια στοιχιά με ζώνουνε εκεί πέρα στην “ Τρύπα του Μπούφου”, αν δεν είχα το γάτο θα με είχαν φάει και μένα ” μας έλεγε.
Όταν περνούσα με τον ξαδερφό μου, το μονοπάτι για το Μέγα – Λάκκο και το Κουρί στη συνέχεια για κυνήγι , πάντα μας έπαιρνε είδηση και έβγαινε στο μπαλκόνι , “ Κωτσιούλα, πάτε για πούλες ;” μας φώναζε, εννοώντας τις φάσες “θα κοκαλώσατε μωρέ πέρα στο Κουρί , εκεί είναι ψυγείο !” Ενώ πολλές φορές τον συναντούσαμε κρεμασμένον στα γκρεμνά σαν αλπινιστή, να κόβει ρίζες από κοντοπούρναρα για τη σόμπα , “ αυτές κάνουν καλά κάρβουνα ”, έλεγε αψηφώντας το γκρεμό, ενώ δεν έκοβε με τίποτα τα εύκολα πουρνάρια που ήταν κοντά στο σπίτι του. Με τη σόμπα προσπαθούσε όχι μόνο να ζεσταθεί, αλλά και να ψευτομαγειρέψει κάτι τις, καμιά πατάτα βραστή ή ψητή, ή κάτι άλλο ελαφρύ γιατί το μόνιμο παράπονό του ήταν το πρόβλημα με το στομάχι. Όπως και νάχε πάντοτε και στον κάθε ένα κλαίγονταν για το στομάχι του , ισχυρίζονταν μάλιστα ότι από την εποχή που ήταν στα καράβια ακόμα , δεκαετίες πριν, το είχε πάθει. Εν τούτοις το πάθος του για το τσιγάρο δεν το παράταγε με τίποτα, όπως αρμόζει στον κάθε μανιώδη καπνιστή , νηστικός να μείνει , χωρίς καπνό όμως, με τίποτα. Αλλά δεν αναζήτησε για χρόνια ολόκληρα ιατρική διερεύνηση σε νοσοκομείο για το πρόβλημά του, εκεί όμως κατέληξε μετά από πτώση και κάταγμα στον αστράγαλο . Ήταν τότε που επισκεύαζε το σπίτι ο Σπύρο – Γάκη Μαρτίνης, δούλευα με το Παπαγιαννάκη εκείνο τον καιρό , πάνε κοντά 20 χρόνια, και είχαμε κατεδαφίσει το παλιό δρύινο πάτωμα. Νύχτα ήταν , ο Τέλης ήταν δίπλα στου Αποστόλη και φεύγοντας άνοιξε και στου Σπύρου να ρίξει μια ματιά, ξάδελφος ήταν βλέπεις, τι έργα γίνονταν εκεί, κάνει βήμα και ....χάθηκε στο κενό. Ακούω φωνές , φασαρία , τρέχω με το φαναράκι μέσα στο σκοτάδι και στα ερείπια, τι να δω, πως γλίτωσε ζωντανός από τέτοιο πέσιμο αυτός μόνο ξέρει, να βρεθεί κανείς στο κενό χωρίς να το περιμένει και να βγει μόνο με ένα ράισμα στον αστράγαλο δεν είναι και εύκολο. “ Σαν αίλουρος γαντζώθηκα από τον τοίχο, με τα νύχια ” μας εξήγησε ,ι έτσι λοιπόν έκοψε τη φόρα της πτώσης!
Είχε συνήθεια να επισκέπτεται τους ηλικιωμένους και να τους κάνει παρέα, με τις ώρες, πράγμα που δεν τους ήταν και πολύ βαρετό, αφού είχαν την ανάγκη της παρέας για να σπάει λίγο η πολύωρη μοναξιά των γηρατειών , αλλά και η κουβέντα του Τέλη δεν τους κούραζε και πολύ , άλλα άκουγαν , άλλα δεν άκουγαν , μίλαγε αυτός, περνάγανε οι ώρες.... Ποιος ξέρει τι σχεδιασμό είχε κάνει , ίσως είχε κάποιο οικονομικό απόθεμα τα πρώτα χρόνια, πίστευε ότι θα του αρκούσε ως τη σύνταξη, έλα όμως που τίποτα δεν μένει σταθερό , εκείνα τα χρόνια μάλιστα που ο πληθωρισμός ήταν μεγάλος , γρήγορα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό εξανεμίζονταν , άσε που “ όταν παίρνεις και δεν βάνεις , γλήγορα τον πάτο φτάνεις” όπως λέει ο λαός. Έτσι λοιπόν στην έβδομη δεκαετία της ζωής του ήταν εμφανής η δυσκολία και η στέρηση και αυτό σιγά – σιγά του έγινε βίωμα. Έτσι ακόμα και όταν ήρθε η ώρα της σύνταξης δεν το κυνήγησε και πολύ , αλλά μάλλον επαναπαύθηκε σε υποσχέσεις και ενέργειες άλλων. Έτσι πέρασαν αρκετά χρόνια έως ότου καθαρίσει η υπόθεση , φυσικά και πάλι χάρη στις ενέργειες κάποιου χωριανού, δεν πρέπει να έχει παράπονο, όλοι τον βοήθησαν στις δυσκολίες και μάλιστα πολλές φορές και με διάφορους τρόπους, ούτε και τα αδέλφια του τον εγκατέλειψαν, μάλιστα του πρότειναν να πάει μαζί τους στο εξωτερικό που ζούσαν , ή τα εξαδέλφια του να πηγαίνει στην Αθήνα το χειμώνα, δεν το κούνησε ο Τέλης από το χωριό ούτε βήμα. Προτίμησε τη στέρηση , τη δυσκολία , την ερημιά ... Και όταν πλέον ήταν σε θέση να ζήσει επαρκώς με τη σύνταξή του , η στέρηση του και η ολιγάρκεια έγιναν σε τέτοιο βαθμό συνήθεια ή μάλλον βίωμα , που καθόλου δεν άλλαξε η διαβίωσή του. Έτσι λοιπόν αντιμετώπιζε τα πάντα με μια πεσιμιστική αντίληψη, “ τι τα θέλεις αυτά , χαμένα θα πάνε όλα , τι παιδεύεσε”, έλεγε συχνά στον συνομήλικο εξαδελφό του τον Τάσο , όταν παιρνοδιάβαινε μπρος από το σπίτι του και τον έβλεπε ως συνήθως πάντα να ασχολείται με κάτι, μα ή να σκάβει, ή να πελεκάει πέτρες, ή να χτίζει τοιχάρια, ή τέλος πάντων να κάνει ένα σωρό δουλειές , παλιός μάστορας ήταν , ασταμάτητος όλη μέρα, απορούσε ο Τέλης και του τόλεγε συχνά , ώσπου τον ανάγκασε να του το ξεστομίσει μια φορά , “ τι είπες, θα πάνε χαμένα, αν σκέφτονταν έτσι και ο παππούς σου , δε θάχες σπίτι να μείνεις σήμερα” , του κακοφάνηκε του Τέλη, για κάμποσο του έκανε τον βαρύ , αλλά με τον καιρό του πέρασε.
Η ευκολία που άνοιγε συζήτηση με κάποιον , η επέκταση της στη συνέχεια , οι γνώσεις του και η διαλεκτική του εντυπωσίαζαν, έτσι έπιανε εύκολα γνωριμίες με περαστικούς οδηγούς , πάνω στου Θύμιου όπου συχνά ανέβαινε, εκείνα τα χρόνια που η κίνηση των αυτοκινήτων ήταν στον δρόμο μας, έτσι ειδικά με τους φορτηγατζήδες γινόταν φίλος και τον έπαιρναν στα παζάρια, Γιάννενα ή Ηγουμενίτσα, πέρναγε η ώρα τους ευχάριστα με την κουβέντα του Τέλη, βολεύονταν και αυτός στις μετακινήσεις του και συχνά – πυκνά τον έβλεπες να μαζεύει άγρια χόρτα για να τους ευχαριστήσει. Ανέβαινε λοιπόν συχνά εκεί πάνω πέρναγε η μέρα του ευχάριστα , στην διαδρομή έκανε και στάση στου μπάρμπα – Γιάννη του Αναγνωστόπουλου, ήταν λίγο αυστηρός αυτός μαζί του, τι γυρνάς έτσι τού λεγε, να κάνεις μια δουλειά, εγώ μεγάλος ταξίδεψα για Γερμανία και εξασφάλισα και τη σύνταξή μου, και ήμουνα και σακατεμένος, εσύ τι κάθεσαι στο χωριό χωρίς να κάνεις τίποτα., πιο γερός από μένα είσαι. Όσο και αν επικαλούνταν το στομάχι ο Τέλης , τίποτα ο μπαρμπα – Γιάννης , δεν σταματούσε να τον τσιγκλάει, ώσπου από τις πολλές φορές του κακοφάνηκε, δεν ξαναπέρασε ο Τέλης. Λες και ήταν αυτοκαταστροφικός, εκεί που ήταν καλοδεχούμενος και τον πρόσεχαν , πως τα μπέρδευε , πως τα κατάφερνε, όλο και κάποια μικρο παρεξήγηση , που θα μπορούσε εύκολα να αποφύγει , τον απομάκρυνε. -Να μωρέ Τέλη εσύ μονάχα με το κατσαβίδι θα κατάφερνες μεροκάματο να βγάζες τον συμβούλευε η εξαδέλφη του, έβρισκε αυτός ένα σωρό διεξόδους για θεωρία, όσο πρακτικός απαιτούσε η δουλειά του μηχανικού να είναι και προφανώς ήταν, όταν ασκούσε το επάγγελμα , τόσο θεωρητικός είχε γίνει στο χωριό που εγκαταστάθηκε. Πέρα από το πριόνι και το τσεκούρι που και έκοβε τα ελάχιστα ξύλα που χρειάζονταν , εργαλείο άλλο μάλλον δεν χρησιμοποίησε στο χωριό. Ήταν ένα διάστημα που καθημερινά πήγαινα προς Παρακάλαμο, τότε πολύ συχνά ερχόταν μαζί μου μέχρι το Σουλόπουλο, 22 χιλιόμετρα ούτε καταλάβαινα πως πέρναγαν με την κουβέντα του Τέλη , ακόμα και για τα εκκλησιαστικά πράγματα, μου κανε εντύπωσε, ήταν κατατοπισμένος . Από εκεί συνέχιζε με βυτιοφόρα ή τσιμεντάδικα φορτηγά. Όταν πια η κίνησε στο δρόμο μας σταμάτησε, η τακτική διαδρομή για την αγορά ήταν αυτή με το λεωφορείο του Δήμου για Παραμυθιά. Τακτικός , τακτικότατος , όπως και ο φίλος του ο Βαγγέλης, που τους βλέπουμε εδώ στη φωτογραφία μαζί.



Μια διαφορά μόνο, ο Βαγγέλης έρχεται πάντα πρώτος στην πλατεία , φροντίζει να μην υπάρχουν εμπόδια από σταθμευμένα Ι.Χ. , κάνει κουμάντο στον οδηγό να στρίψει, επιβλέπει της επιβίβασης, βοηθάει όσους έχουν κάποια δυσκολία και εν πάσει περιπτώσει έχει μεγάλη αγωνία για την επιτυχή ολοκλήρωση του δρομολογίου χωρίς καθυστερήσεις και απρόοπτα. Αντίθετα ο Τέλης έρχονταν τελευταίος και ασθμαίνοντας, επιβιβάζονταν μάλιστα με την τελευταία γκαζιά αναμονής του οδηγού, απολαμβάνοντας μέχρι ελάχιστης γόπας την κάθε ρουφηξιά του τσιγάρου του, πράγμα που εκνεύριζε τον Βαγγέλη. Εν τούτοις και αυτόν τον βοηθούσε σε περίπτωση που είχε πολλές και βαριές τσάντες να κουβαλήσει στο σπίτι του. Από τις αρχές όμως του 2011 σταμάτησε πλέον και αυτό το δρομολόγιο ο Τέλης και άρχισε να μην βγαίνει από το σπίτι του προφανώς αισθανόμενος ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία του. Ούτε και τον φούρναρη επισκέπτονταν, αλλά αρκούνταν και μόνο στην φροντίδα κάποιων συγγενών ή και άλλων χωριανών. Τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου τον συνάντησα για τελευταία φορά. Καθώς πήγαινα για Τζουρλόγγο και ήμουνα απέναντι από το σπίτι του , στο Κουτσολάκι, άκουσα τη φωνή του να με καλεί, να περάσω από εκεί στο γυρισμό. Πράγματι πέρασα και ήθελε να τον βοηθήσω να ανεβάσει μερικά μπουκάλια νερό πόσιμο. Μου κατέβασε κουβά με σκοινί, γέμισα τα μπουκάλια από τη βρύση και αυτός μετά τα ανέβασε στο μπαλκόνι σιγά – σιγά. Μου έκανε εντύπωση , φαινόταν αδύνατος και ήταν εξασθενημένος , αλλά προ πάντων δεν είχε αυτό που ποτέ δεν περίμενα να του λείπει: η διάθεση για κουβέντα.... Μετά από λίγες μέρες έφυγε από το χωριό με την φροντίδα της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Δήμου μας και κατέληξε σε Εκκλησιαστικό Ίδρυμα Φροντίδας Ηλικιωμένων της Λευκάδας , όπου ζούνε συγγενείς του αδελφού του. Έκλεισε και αυτό το σπίτι, το μεγαλύτερο κάποτε του χωριού, μετά από 80 χρόνια αφ' ότου χτίστηκε.


Συνημμένα:
Last edit: 8 Χρόνια 11 Μήνες πριν by ΠΠΔ.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.145 δευτερόλεπτα

Πες Το

adelfotita - 27/11/2021 - 20:30

Αρτοκλασία υπέρ υγείας των μελών της Αδελφότητας και των απανταχού Πολυδροσιτών: Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2021, Άγιος Δημήτριος Πολυδρόσου

adelfotita - 02/09/2021 - 08:51

Έφυγε η μακροβιότερη συγχωριανή μας, η Όλγα Ντάσκα το γένος Μαρτίνη. Σχεδόν 110 ετών. Καλό της ταξίδι και θερμά συλλυπητήρια στους δικούς της.

adelfotita - 26/06/2021 - 16:09

ΑΥΡΙΟ, 27 ΙΟΥΝΙΟΥ 2021, ΩΡΑ 10 ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ 289, ΤΑΒΕΡΝΑ ΜΑΡΤΙΝΗ, Η ΕΤΗΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΡΦΟΤΗΤΑΣ.

adelfotita - 26/06/2021 - 16:04

Τα θερμά συλλυπητήρια εκ μέρους της Αδελφότητας στο μέλος της Ελεγκτικής μας επιτροπής κ. Χρήστο Αναγνωστόπουλο (του Ιωάννη) για το θάνατο του αδελφού του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Η κηδεία θα γίνει αύριο στους Αγίους Θεοδώρους, ώρα 14.00.

adelfotita - 03/05/2021 - 01:02

Έφυγε από κοντά μας η αγαπημένη μας συγχωριανή η θεία Κατέρω Διώχνου, σύζυγος του Νικόλα Διώχνου. Θερμά συλλυπητήρια στα παιδιά της, Αρετή και Γιάννη. Να ζήσουν να θυμούνται τη μανούλα τους.

Your browser does not support the HTML5 canvas tag.
Cancel

Ημερολόγιο

Παρασκευή
28
Ιανουαρίου
2022
Ανατ.: 07.45
Δύση: 17.37
Σελήνη
25 ημερών
Εφραίμ του Σύρου, Παλλαδίου οσίου, Ιακώβου οσίου, Χάριτος μάρτυρος
1826
Ο Μιαούλης καταναυμαχεί τον τουρκικό στόλο κατά τη ναυμαχία του Αράξου.
1897
Ο λαός της Σητείας και της Ιεράπετρας Λασιθίου ζητάει με ψήφισμά του την Ένωση με την μητέρα Ελλάδα.

Ηλεκτρονική Αλληλογραφία

Εγγραφή

Εγγραφή στην ηλεκτρονική λίστα αλληλογραφίας. Όποιος επιθυμεί μπορεί να εγγραφεί και να μειώσει έτσι το κόστος του συλλόγου για αποστολή ταχυδρομικώς αλληλογραφία. Εφόσον εγγραφείτε η αλληλογραφία θα σας αποστέλετε ηλεκτρονικά στην διεύθυνση που δηλώσατε.

Τελευταίες Συζητήσεις

Τελευταία Σχόλια

JSN Epic is designed by JoomlaShine.com